Διογένης

   Ένας από τους πιο αγαπητούς στο λαό φιλοσόφους ήταν στην αρχαιοτητα ο Διογένης ο κυνικός, που με τις έξυπνες και σοφές απαντήσεις του πείραζε όλον τον κόσμο. Κυνικούς έλεγαν οι Αρχαίου τους φιλοσόφους που ακολουθούσαν τη διδασκαλία του Σωκράτη, που έλεγε: "Ο Θεός δεν έχει ανάγκη από τίποτα. Οι άνθρωποι λοιπόν που έχουν τις λιγότερες ανάγκες, είναι πιο κοντά στο Θεό". Γι' αυτό οι κυνικοί φιλόσοφοι ζούσαν μια ολωσδιόλου αφρόντιστη ζωή. Φορώντας ένα κουρελιασμένο χιτώνα, που λεγόταν τρίβων, και κρατώντας ένα ραβδί, γύριζαν στους δρόμους ξένοιαστοι και μακάριοι μέσα στην εξωτερική αθλιότητα τους. Όμως, δεν τολμούσε να τους πειράξει κανείς. Είχαν έτοιμη αμέσως την απάντηση και τον αποστόμωναν. Ένας λοιπόν από τους κυνικούς αυτούς φιλοσόφους ήταν και ο Διογένης. 
   Ο Διογένης γεννήθηκε στη Σινώπη, στα ασιατικά παράλια της Μαύρης Θάλασσας, στα 413 πριν Χριστού και σαν μεγάλσωσε ήρθε στην Αθήνα και έγινε μαθητής του σοφού Αντισθένη, μαθητή του Σωκράτη. Έπειτα γύρισε όλη την Ελλάδα και τέλος κατέληξε στην Κόρινθο. 
Χειμώνα-καλοκαίρι φορούσε έναν κουρελιασμένο χιτώνα και η μοναδική του περιουσία ήταν ένα σακούλι κρεμασμένο στην πλάτη του και ένα ξύλινο ποτήρι για να πίνει νερό. Μια μέρα όμως, που είδε ένα παιδάκι να πίνει από τη βρύση νερό με τις χούφτες του, πέταξε το ξύλινο ποτήρι, ντροπιασμένος που κρατούσε τόσον καιρό ένα πράγμα άχρηστο. Περπατούσε ξυπόλητος και κοιμόταν μέσα σ'ένα πιθάρι που το κυλούσε σε όποια συνοικία ήθελε. Άλλοτε πάλι κοιμόταν στις στοές των μεγαλόπρεπων ναών, λέγοντας: "Τι ωραία σπίτα που μου έχτισαν οι Αθηναίοι!". Επειδή δεν ήταν ευχαριστημένος από τους ανθρώπους γιατί δεν τους έβρισκε τέλειους, άναψε μέρα-μεσημέρι ένα φανάρι και γύριζε στους δρόμους ψάχνοντας. Όταν κάποιος τον ρώτησε: "Τι ψάχνεις Διογένη, να βρείς;", απάντησε: "Ανθρωπο ζητώ". Άλλη πάλι φορά, καθώς βρισκόταν στην αγορά, φώναξε δυνατά: "Άνθρωποι, άνθρωποι!" και όταν έτρεξαν κοντά του μερικοί, αυτός τους έδιωξε με το ραβδί του και τους είπε: "Εγώ δε φώναξα εσάς, φώναξα ανθρώπους". 
   Ο Διογένης περιφρονούσε το κάθε τι και ζητούσε από τους άλλους να τον τρέφουν, κορόϊδευε μορφωμένους και αμόρφωτους πλούσιους και φτωχούς. Μια φορά ο Μέγας Αλέξανδρος τον είδε ξαπλωμένον να λιάζεται. Στάθηκε μπροστά του και τον ρώτησε: "Από τι έχεις ανάγκη; Ζήτησε μου ό,τι θέλεις και θα στο δώσω". Ο Διογένης του απάντησε: "Θέλω να τραβηχτείς και να μη μου σκεπάζεις τον ήλιο. Μη μου παίρνεις εκείνο που δεν μπορείς να μου δώσεις". Τους γραμματισμένους τους κορόιδευε οτι ασχολούνται με τις συμφορές του Οδυσσέα και δε βλέπουν τα δικά τους χάλια. Για τους πολιτικούς και τους ρήτορες έλεγε οτι σπουδάζουν να μιλούν για δικαιοσύνη, όχι όμως και να κάνουν αυτοί δίκαιες πράξεις. Όταν ο φιλόσοφος Πλάτων έδωσε για τον άνθρωπο τον ορισμό οτι είναι "ζώον με δυο πόδια και χωρίς φτερά", ο Διογένης εμάδησεωέναν κόκορα, παρουσιάσθηκε στον Πλάτων και τον ρώτησε: "Αυτός είναι ο άνθρωπος κατά τον Πλάτωνα;". Άλλη φορά πάλι, όταν τον ρώτησαν ποιος θα τον θάψει όταν πεθάνει αφού δεν έχει κανέναν στον κόσμο, απάντησε: "Εκείνος που θάχει ανάγκη να πάρει το σπίτι μου". Περαστικός από την Μύνδο πρόσεξε πως οι πόρτες της πολιτείας ήταν πολύ μεχάλες, σχετικά με την ίδια την πόλη και ρώτησε τους κατοίκους: "Δεν φοβάστε μήπως η πόλη σας ξεφύγει καμιά ώρα από τις μεγάλες πόρτες;"
   Ο Διογένης εδίδασκε οτι σοφός είναι εκείνος που ξέρει να ζεί απλά και φυσικά και ν' αδιαφορεί για τα πλούτη. Πέθανε στα 323 π.Χ.